Skip to content

Los Libertadores (I Eleftherotes)

Popularity · Low

YouTube

Searching YouTube...

Lyrics

Los Libertadores Aquí viene el árbol, el árbol de la tormenta, el árbol del pueblo. De la tierra suben sus héroes como las hojas por la savia, y el viento estrella los follajes de muchedumbre rumorosa, hasta que cae la semilla del pan otra vez a la tierra. Aquí viene el árbol, el árbol nutrido por muertos desnudos, muertos azotados y heridos, muertos de rostros imposibles, empalados sobre una lanza, desmenuzados en la hoguera, decapitados por el hacha, descuartizados a caballo, crucificados en la iglesia. Aquí viene el árbol, el árbol cuyas raíces están vivas, sacó salitre del martirio, sus raíces comieron sangre, y extrajo lágrimas del suelo: las elevó por sus ramajes, las repartió en su arquitectura. Fueron flores invisibles, a veces, flores enterradas, otras veces iluminaron sus pétalos como planetas. Y el hombre recogió en las ramas las corolas endurecidas, las entregó de mano en mano como magnolias o granadas y de pronto, abrieron la tierra, crecieron hasta las estrellas. Éste es el árbol de los libres. El árbol tierra, el árbol nube. El árbol pan, el árbol flecha, el árbol puño, el árbol fuego. La ahoga el agua tormentosa de nuestra época nocturna, pero su mástil balancea el ruedo de su poderio. Otras veces, de nuevo caen las ramas rotas por la cólera, y una ceniza amenazante cubre su antigua majestad: así pasó desde otros tiempos, así salió de la agonía, hasta que una mano secreta, unos brazos innumerables, el pueblo, guardó los fragmentos, escondió troncos invariables, y sus labios eran las hojas del inmenso árbol repartido, deseminado en todas partes, caminando por sus raíces. Éste es el árbol, el árbol del pueblo, de todos los pueblos de la libertad, de la lucha. Asómate a su cabellera: toca sus rayos renovados: hunde la mano en las usinas donde su fruto pulpitante propaga su luz cada día. Levanta esta tierra en tus manos, participa de este esplendor, toma tu pan y tu manzana, tu corazón y tu caballo y monta guardia en la frontera, en el límite de sus hojas. Defiende el fin de sus corolas, comparte las noches hostiles, vigila el ciclo de la aurora, respira la altura estrellada, sosteniendo el árbol, el árbol que crece en medio de la tierra. Οι Ελευθερωτες Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο της καταιγίδας, το δέντρο του λαού. Απ ̔ τη γη ανεβαίνουν οι ήρωές του όπως τα φύλλα απ ̔ το χυμό, κι ο άνεμος θρίβει τα φυλλώματα της βουερής ανθρωποθάλασσας ώσπου πέφτει ο σπόρος του ψωμιού στη γη ξανά. Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο που τράφηκε με γυμνούς νεκρούς, νεκρούς μαστιγωμένους και πληγωμένους, νεκρούς με απίθανη όψη, παλουκωμένους σε κοντάρια, κομματιασμένους στην πυρά, αποκεφαλισμένους με τσεκούρια, πετσοκομμένους απ ̔ τα τέσσερα άλογα, σταυρωμένους μες στην εκκλησιά. Κι έρχεται το δέντρο, το δέντρο που 'ναι οι ρίζες του ζωντανές, πήρε μαρτυρικό νίτρο, φάγαν οι ρίζες του αίμα, ρούφηξε δάκρυα απ ̔ το χώμα: τ ̔ ανέβασε με τα κλαδιά του, τα μοίρασε μες στην αρχιτεκτονική του. Γίναν αόρατα λουλούδια, άλλοτε λουλούδια θαμμένα κι άλλοτε τα πέταλά τους φωτίσαν σαν πλανήτες. Κι ο άνθρωπος μάζεψε απ' τους κλώνους τα δεμένα μπουμπουκάκια, χέρι χέρι τα παράδωσε σα ρόδια ή μαγνόλιες, και κείνα ευθύς τη γη άνοιξαν, κι εφτασαν ψηλά ως τ ̔ αστέρια. Αυτό το δέντρο των ελεύτερων. Το δέντρο γη, το δέντρο σύννεφο. Tο δέντρο ψωμί, το δέντρο ακόντιο, το δέντρο φωτιά, το δέντρο γροθιά. Το πνίγουν τα φουρτουνιασμένα νερά του νύχτιου καιρού μας, μα στο κατάρτι ζυγιάζεται της εξουσίας του ο τροχός. Άλλοτε πάλι, ξαναπέφτουν τα κλαδιά σπασμένα απ ̔ την οργή, και μια στάχτη απειλητική σκεπάζει το αρχαίο μεγαλείο του: έτσι πέρασε μες από άλλους καιρούς, έτσι ξέφυγε το άγχος το θανατερό, ώσπου ένα χέρι μυστικό, κάποια μπράτσα αναρίθμητα, ο λαός, φύλαξε τα κομμάτια, έκρυψε αναλλοίωτους κορμούς, και τα χείλη του ήταν τα φύλλα του πελώριου μοιρασμένου δέντρου που διασπάρθηκε σ ̔ όλες τις μεριές, που ταξίδεψε μ ̔ όλες του τις ρίζες. Αυτό είναι το δέντρο, το δέντρο του λαού, όλων των λαών της λευτεριάς, του αγώνα. Έλα ως τη χαίτη του: άγγιξε τις ξανανιωμένες του αχτίδες: βύθισε το χέρι στα εργαστήρια όπου ο παλλόμενος καρπός του το φως του διαδίδει καθημερινά. Σήκωσε τη γη τούτη στα χέρια σου, μέθεξε σε τούτη τη λαμπρότητα, πάρε το ψωμί σου και το μήλο σου, την καρδιά σου και το άτι σου και στήσε φρούριο στο σύνορο, στη μεθόριο της φυλλωσιάς του. Υπερασπίσου τα χείλη κάθε στεφάνης του, μοιράσου τις εχθρικές του νύχτες, αγρύπνα για το τόξο της αυγής, ανάπνευσε το έναστρο ύψος, στηρίζοντας το δέντρο, το δένδρο που μεστώνει καταμεσής της γης.