Skip to content

Erotokritos (Paramithi)

Popularity · Low

YouTube

Searching YouTube...

Lyrics

Ως μπήκεν όρε το κριτός στη φυλακή κι αρχίζει Να τσιμιλή και σπλαχνικά να την αναδρανίζει Λέγει της τον έρω της Ε, να σου τα πω και βρήκα που το βρηκα Το χάρισμα εις τη φυλακή σ' αφήκα Είναι δυο μήνες ημερώ που λα 'χα κάποια βάση Εις τη μεριά της εγρύπωσ' και βγήκα να με βάσει Άγρια θηρία εμάλωσα και σκότωσα απ' εκείνα Κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν Με κίνδυνον εγλίτωσα ωσόρουανε πολέμου Να γλιτωθώ από λόγου τους δεν το 'ρπιζα ποτέ μου Μα εβούθηξε το ριζικό τ' άστρι με λυπηθήκαν Και σκότωσα και ζύγωσα κι άλαβωτο μ' αφήκαν Δίψα μεγάλη γλύκισα στον πόλεμον εκείνο Γυρεύοντας να βρω δροσιά εσώτε σ' ένα μπρίνω Και παρεμπρός εμφάνι μου κουτσουναράκι χτύπα Συ μόνο βρίσκω το νερό εις του χαρακιού την τρύπα Ήπια το και δροσίστηκα και πέρασε μου η δίψα Μα πούρι κι άλλα βάσανά ετότε δεν μου λείψαν Έκατσα να ξεκουραστώ σιμαστό κουτσουνάρι Το τε γρικό αναστέναγμο κι εμίσμα τ' αρρωστάρι Και βιαστικά σηκώνομαι ή το ζάλλο μου σπουδάζει Να δω ποιος είναι που πολύ και βάρια αναστενάζει Και μπαίνω μέσα στα κλαδιά που τα 'χαν κότσα εις τη Βρύση δια να δω και για να βρω εκείνον που μίση Βρίσκω έναν ωραίο πλουμό που λάμπε σαν τον ήλιο Κι εκεί του ντ' ολομάτωτο μπροστά σ' ένα σπήλαιο Σγουρά ξανθά είχε τα μαλλιά και τ' ασωθέματά του Παρόλο που τόσα νεκρό σε δείπνη η ομορφιά του Και δυο θηρία στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα Και το σπαθί και τ' άρματα όλα σαν ματωμένα Συ μόνο χαιρετώ τον, ε, λέω τ' αδέρφι γεια σου Είναι άχιστοι οι άπονεκρωσες που 'ν τη λαβωματιά σου Τα μάτια του χες φαλιχτά τότε τα αναδρανίζει και Θόριε δίχως να μιλή και στο λαιμό τ' αγγίζει Με το δάχτυλο δυο φορές μου δείχνει να Νοήσω που είχε τη λαβωματια να τον εβοηθήσω Το στήθος του ξαρμάτωσα και μια πληγή του βρίσκω Δαμάκι να από κάτω θειό από τον ουρανίσκο Ο λύγγος του δε τη βότση στον είχε δα καμένο Φαίνεται να 'χε το θεριό δόντι φαρμακεμένο Και πήρε του τη δύναμη και την πνοή του έχασε Και το φαρμάκι πέρασε και μέσα τον επιάσε Κι αγάλια αγάλια χάνε τόσα το κερί ότε σβήνει Έκλαψα και λυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη Σαν αδερφό μου καρδιακό τον έκλαιγα και πόνο Μα πόνοι, κλάμα, δάκρυα άνθρωπο δε γλυτώνουν Εψύχωμά είχε κι έλεγε να στέκομαι, ημισέψω και θ' Άργε πως τέτοια πληγή εμπορούσα να γιατρέψω Δείχνει μου το δάχτυλο του που 'χε το δαχτυλίδι Και εγνώρισα ως χάρισμα σα φίλος μου το δίνει Τότε μια σιγανή φωνή μονό τ' αυτιά μου ακούσα Και είπανε τα χείλη του σε χάσα αρετούσα Ε, τούτα είπε μονάχα και τέλειωσε η ζωή του Και με προικί αναστεναγμό εβγήκεν η ψυχή του Τούτα τα χέρια που θωρείς λακοζημιό τους κάψα Και τούτα των εσήκωσαν και τούτα των εθάψαν Ως τ' άκουσε η Αρετή ρε τη ώρα λιγάκι εστάθη Αμίλητη κι ο πόνος της την έκαμε και χάθη